a1320

Τίτλος:Η Στυξ και ο Κωκυτός
Stynx and Kokitos
Συγγραφέας:Schliemann, Heinrich () [1822-1890]
Πηγή:Αιών, 4, 05/09/1874
Eon, 4, 05/09/1874
Λέξεις Κλειδιά:Μυθολογία, Muthology
Θέματα:Σχετιζόμενα ονόματα:
Παυσανίας, 2ος αι.
Pausanias, 2nd cent.
Σχετιζόμενοι θεματικοί όροι:
Τοπογραφία (Αρχαιολογία), Αχαΐα (Νομός, Ελλάδα)
Topography (Archaeology), Achaia (Prefecture, Greece)
Κείμενο: Κατά Μωϋσήν (Δ. 5.18) οι Εβραίοι ώμνυον τους όρκους επί πικρού καταράτου ύδατος. Καθ’ Όμηρον (Ιλιάδος Β 755, Θ, 369, Ξ 271, Οδυσσείας Ε 185 και Κ 514) οι θεοί ωρκίζοντο τον ιερώτατον και φοβερώτατον όρκον επ’ ονόματι της Στυγός, ήτις κατέρρεν εξ αποτόμου υψώματος . Την εξ υψηλού βράχου πτώσιν της Στυγός επικυροί και ο Ησίοδος (Θεογονία 785 και 805) λέγων, «ύδωρ ψυχρόν ο τ’ εκ πέτρης καταλείβεται ηλιβάτοιο υψηλής», και «Στυγός άφθιτον ύδωρ ωγύγιον, το δ’ ίησι καταστυφέλου διά χώρου». «Άπαντες δε οι μεταγενέστεροι ποιηταί παριστάνουν τη Στύγα, ως ρέουσαν εν ομαλή πεδιάδι, εν τω Άδη. Καθ’ Ηρόδοτον (Ζ 74) οι Αρκάδιοι επ’ ίσης εξώρκουν το Στυγός ύδωρ, και ο ρύαξ ούτος είναι πλησίον της Νωνάκριδος προς Φενεώ της Αρκαδίας. Κατά Παυσανίαν (Θ. 18) το της Στυγός ύδωρ όχι μόνον είναι θανατηφόρον διά τους ανθρώπους και τα ζώα, αλλά ρηγνύει και το ύαλον, τον κρύσταλλον και τα κεράμεια σκεύη· προσθέτει δε, ότι « τα κεράτινα δε και οστέϊνα, σίδηρός τε και χαλκός, έτι δε μόλυβδός τε και κασσίτερος και άργυρος και το ήλεκτρον υπό τούτου σήπεται του ύδατος». Επικυρώνει δε και ο Παυσανίας ότι η Στύξ είναι πλησίον της Νωνάκριδος. Επεσκέφθην την στύγα, λαβών ένα χωρικόν εκ του χωρίου Σόλου, όπερ, κατά πάσαν πιθανότητα, κείται εις την τοποθεσίαν της Νωνάκριδος, ης τα ερείπια είχον ήδη αφανισθή, επί των χρόνων του Παυσανίου. Ο δρόμος είναι φρικωδέστατος και λίαν επικίνδυνος. Ιππεύσαντες μίαν ώραν επί κρημνωδεστάτων μονοπάτων, ηναγκάσθημεν ν’ αφήσωμεν τους ίππους και να προχωρήσωμεν πεζή επί 2 1⁄2 ώρας, τότε μεν αναρριχώμενοι τους λισσούς κρημνώδεις βράχους, τότε δε καθερπύζοντες τα γλισχρά βουνά ή παράγοντες αβύσσους, στηρίζοντες τους πόδας επί των ένθα εκ των ορθών βράχων εξεχουσών ακρών. Ο τελευταίος αλλ’ ουχ ήκιστος άθλός μας ήτο η ανάβασις ενός αποτόμου βουνού, σκεπασμένου με μικροτάτας πέτρας, εις ας οι πόδες μας εβυθίζοντο εως των γονάτων. Εφθάσαμεν επί τέλους εις την Στύγα, ήτις καταρρέει, ουχί εκ της χιόνος του όρους Χέλμου, καθώς γράφει ο Κούρτιος, (Πελοπόννησος Α. 195), αλλ’ εκ πηγής, ευρισκομένης εν ενί ορθώ τείχω του όρους τούτου. Του ρύακος μικρού όντος και της πτώσεως 60 μέτρα υπερεχούσης, το ύδωρ αναλύεται αμέσως εις σταγώνας, αι οποίαι, διά του εφελκυσμού του βράχου, συνενούνται πάλιν, κατά το μέσον του ύψους, και σιγά κελαρύζων ο ρύαξ φθάνει κάτω, ρέει επί μικρόν διάστημα και αφανίζεται μεταξύ των επισεσωρευμένων πετρών. Μόνον διά της δεινοτάτης και ορρωδεστάτης αγριότητος και ερημίας μεταξύ γιγαντιαίων βράχων, και της αιωνίως εκεί βασιλευούσης μυστηριώδους σιωπής, ο λετότατος καταρράκτης ούτος ηδύνατο ν’ αποκτήση εν τη αρχαιότητι τοιαύτην σπουδαιότητα και αγιότητα, ώστε ήδη ο Όμηρος ποιεί τους θεούς ορκίζεσθαι επ’ αυτώ. Αλλ’ εκ των στίχων 513-514 της Κ ραψωδίας της Οδύσσειας: Ένθα μεν εις Αχέροντα Πυριφλεγέθων τε ρέουσιν Κωκύτος θ’, ος δη Στυγός ύδατός εστίν απορρώξ, εξάγεται, ότι ο Όμηρος υπό το όνομα Στύξ εννοεί μόνον την πηγήν του ποταμού, ότι δε αυτός ονομάζει το ρεύμα αυτού Κωκυτόν. Επειδή όμως η λέξις αύτη κατάγεται εκ του ρήματος κωκύειν, και έχει πάντοτε την σημασίαν θρήνος, οδυρμός ή πολλά δάκρυα λείβειν (ως π.χ. Ιλιάς Χ 409.447. Πίνδαρος Πυθ. Δ. 202 κ.τ.λ) φανερόν εστί, ότι το όνομα τούτο εδόθη τω ποταμώ εκ των προς δάκρυα ομοιαζουσών σταγώνων, εις ας αυτός αναλύεται. Τούτο αποδεικνύει και το όνομα του Αχέροντος ποταμού, εις όν ο Κωκυτός και ο Πυριφλεγέθων ρέουσι· διότι Αχέρων συνίσταται εκ των δύο λέξεων άχεα ρέειν, άχος δε σημαίνει πόνον, θλίψιν, λύπην, οδύνην της ψυχής, το δε όνομα Στύξ κατάγεται εκ του ρήματος στυγέω, έχει δε την σημασίαν μισουμένη, αποτρόπαιος κτλ. Ο βράχος εξ ου η Στύξ ρέει έχει ερυθρόν χρώμα, αλλ’ όλον το υπό των υδάτων της εγγιζόμενον μέρος αυτού έχει μαυρίσει, και ως εκ τούτου πηγάζει το σημερινόν όνομα του ποταμού Μαυρονέρια. Αληθές εστί, ότι το ύδωρ της Στυγός είναι πολύ ψυχρόν, αλλ’ αύτη είναι η φυσική συνέπεια του ύψους 2000 μέτρων, όπου ευρίσκεται. Δύναμαι όμως να βεβαιώσω, ότι ου μόνον το ύδωρ δεν είναι θανατηφόρον, αλλά και καθαρώτατον και υγιέστατον και ότι επίνομεν εξ αυτού δαψιλώς. Κατά μέσην περίπου οδόν των καταρρακτών και του χωρίου Σόλου, βλέπει τις εκατέρωθεν της φάραγγος εν μεγάλον σπήλαιον· άγνωστον δε εις ποίον των δύω άντρων τούτων αινίττεται ο υπό Παυσανίου ( Θ.18) αναφερόμενος μύθος: «ες τούτο αναφυγείν το σπήλαιον τας θυγατέρας του Προίτου μανείσας λέγουσι, ας ο Μελάμπους θυσίαις απορρήτοις και καθαρμοίς κατήγαγεν ες χωρίον καλούμενον Λουσούς.» Το εν σπήλαιον, όπερ πλησίον του δρόμου και ευπρόσιτόν εστι, κατέχει τα ερείπια μικράς οικοδομής, κατωκείτο δε, κατά την παράδοσιν, υφ’ ενός ερημίτου. Το δε άλλο σπήλαιον ευρίσκεται εν ύψει εκατόν μέτρων εν τω λισσωκρημνώδει αντικρύ βράχω τω αναβαίνοντι υπό γωνίαν 65 μοιρών. Φαίνεται όλως απίστευτον, ότι το άντρον τούτο ηδύνατό ποτε κατοικηθήναι υπ’ ανθρώπων, αλλ’ ιστορικόν γεγονός εστί, ότι εν τη ελληνική επαναστάσει, κατά τον πλησιασμόν του στρατού του Ιβραΐμ Πασά, αυτό εχρησίμευσε ως καταφύγιον εις 13 ελληνικάς οικογενείας, αι οποίαι εκεί προσεβλήθησαν, αλλ’ ηρωϊκώς ημύνθησαν και τους Αιγυπτίους με μεγάλας ζημίας απέκρουσαν. Δυστυχώς γνωρίζομεν μόνον τα έργα ουχί δε τα ονόματα τούτων των ηρώων, τα οποία έπρεπε να μείνουν εις άπαντα τον χρόνον αείμνηστα. Φαίνονται εισέτι αι εν τω βράχω εγκεκομμέναι βαθμίδες, δι’ ων οι ήρωες ανέβησαν, και ο τοίχος δι’ ου το στόμα του σπηλαίου έφραξαν, αφίνοντες μόνον μικράν δίοδον. Δόκτωρ
Πλήρες Κείμενο:Πλήρες κείμενο: PDF


 Δημιουργία εγγραφής 2007-12-10, τελευταία τροποποίηση 2014-05-19


Πλήρες κείμενο:
Κατέβασμα πλήρες κειμένου
PDF File