<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<collection xmlns="http://www.loc.gov/MARC21/slim">
<record>
  <controlfield tag="001">80774</controlfield>
  <datafield tag="037" ind1=" " ind2=" ">
    <subfield code="a">a32593</subfield>
  </datafield>
  <datafield tag="041" ind1=" " ind2=" ">
    <subfield code="a">gre</subfield>
    <subfield code="h"></subfield>
  </datafield>
  <datafield tag="100" ind1=" " ind2=" ">
    <subfield code="a">Ρωμανός, Ιωάννης Α.</subfield>
    <subfield code="d">1836-1892</subfield>
    <subfield code="c"></subfield>
    <subfield code="q"></subfield>
  </datafield>
  <datafield tag="245" ind1=" " ind2=" ">
    <subfield code="a">Επιτυμβίδιος κερκυραϊκή επιγραφή</subfield>
  </datafield>
  <datafield tag="246" ind1=" " ind2=" ">
    <subfield code="a">[Funerary inscription from Corfu]</subfield>
  </datafield>
  <datafield tag="595" ind1=" " ind2=" ">
    <subfield code="a">Εν τη εσχατιά του πάλαι Υλλαϊκού λιμένος της νυν λίμνης του Χαλικιοπούλου, κατά την μεσημβρινήν αυτής όχθην και παρά την κλιτύν καταφύτου γεωλόφου «Κατακαλού» εν τη περιφερεία Καναλίου της νήσου Κερκύρας, μόλις είκοσι λεπτά μακράν της χλοεράς χερσονήσου, εφ’ ης έκειτο των αρχαίων Κερκυραίων η πόλις, ανασκαπτομένης της γης αγριδίου ανήκοντος τω κ. Νικηφόρω Κονοφάω, ανεσκάφησαν προ μηνός τα θεμέλια κατερηριμμένου κτιρίου, επισεσωρευμένον έχοντος μέγαν αριθμόν μακρών αρχαίων πλίνθων, των πλείστων ημιθραύστων, υφ’ αις ανευρέθη στήλη επιτυμβίδιος Κερκυραϊκού λίθου, έχουσα μεν επιμήκη την βάσιν και ενεπίγραφον, το δε ανώτερον μέρος εν σχήματι ηρώου κατεσκευασμένον, ομοιάζουσα δε σχεδόν καθ’ όλα προς άλλας τοιαύτας Κερκυραϊκάς στήλας, ων τα λιθογραφήματα εξέδωκεν ο αοίδιμος Μουστοξύδης εν τοις Κερκυραϊκοίς (σ. 321), ιδία δε προς την εν Κερκύρα επίσης ευρεθείσαν στήλην του Αλεξάνδρου, υιού Σατύρου και Καλλιόπης, ης η χαλκογραφική εικών φαίνεται εν τινι των πονημάτων του Paciaudi (Monum. Pelop. Τόμ Β´ σ. 189). Και η αρτίως ανασκαφείσα, ως αι άλλαι αι προ πολλού γνωσταί γενόμεναι και ανωτέρω μνημονευθείσαι στήλαι, έχει επί της βάσεως δύο παραστάδας ή κιονίσκους, επιστύλιον ενεπίγραφον, γείσον και αετωμάτιον, κενόν δε το μεταξύ των δύο παραστάδων περιεχόμενον διάστημα, ένθα εν τοις τοιούτοις μνημείοις, ως γνωστόν έκειτο ανάγλυπτος του τεθνεώτος παράστασις. Αλλ’ εν ω το ήμισυ μέρος της στήλης, το προς τα αριστερά τω ορώντι, καλώς διετηρήθη, τουναντίον το έτερον ήμισυ, το προς τα δεξιά, έπαθε μεγάλην αποτριβήν, η δε κάτω γωνία εστί και όλως ηκρωτηριασμένη. Η αριστερά παραστάς, η περισωθείσα ημίν ακεραία, κοσμείται δι’ ελαφρώς επ’ αυτής αναγεγλυμμένου παραλληλογράμμου, το δ’ επιστύλιον δι’ αναγλύπτου ταινίας, εφ’ ης αναγινώσκονται τα γράμματα ΦΙΛΙΣΤ..... έχοντα μέγεθος διπλάσιον των επί τη βάσει γραμμάτων. Άνω δε εν μέσω τω τυμπάνω του αετωματίου φαίνονταί τινα γλυφών ίχνη, αλλά τοσούτον λελωβημένα, ώστε αδιάκριτος η παράστασις. Εγγύς του γεωλόφου Κατακαλού ανευρέθησαν και άλλοτε άλλαι επιτυμβίδιοι στήλαι ουκ ολίγαι, ενεπίγραφοι και ανεπίγραφοι, και τάφοι παμπληθείς εφ’ ικανόν διάστημα εκτεινόμενοι, περιέχοντες αγγεία παντοειδή, κοσμήματα χρυσά και αργυρά και άλλα διάφορα πράγματα, ευσεβώς εις δώρον αποδιδόμενα υπό των επιζώντων επιτηδείων προς τους ποθεινούς θανόντας. Ου μακράν δ’ εντεύθεν, περί τα Τρία λεγόμενα Γιοφύρια, ανεσκάφησαν, εξ ου χρόνος ου πολύς, απειράριθμοι σοροί Κερκυραϊκού λίθου εφικνούμεναι επί τους παρακειμένους ταπεινούς γεωλόφους μέχρι του ναού της Παναγίας Μεγαλομμάτας και επέκεινα, όθεν ουχί απίθανον νομίζομεν την εικασίαν ότι της πόλεως των αρχαίων Κερκυραίων η νεκρόπολις αρχομένη από του λιμένος του Αλκίνου, παρ’ ω ανευρέθη το Μενεκράτειαν σήμα, το του Αρνιάδα, η στήλη του Ξενάρους και άλλων επισήμων προσώπων οι τάφοι, και εκτεινομένη παρά την θάλασσαν κατά τους εγγύς λόφους, διήκε μέχρι του ετέρου της πόλεως λιμένος, του Υλλαϊκού, και ακριβώς μέχρι του νυν λοφίσκου Κατακαλού. Η αρτίως εντάυθα ανευρεθείσα επιτυμβίδιος στήλη μετεκομίσθη εις την εν Γαρίτση οικίαν του κτήτορος του αγριδίου κ. Κονοφάου, όστις φιλόφρων όσον και φιλόπολις επέτρεψεν ημίν την εξέτασιν της επιγραφής και την δια του τύπου δημοσίευσιν αυτής. Το ύψος της στήλης μέχρι της κορυφής του αετωματίου 0,87, το πλάτος 0,42 και το πάχος 0,16. Σχήμα των επί της βάσεως γραμμάτων το των Μακεδονικών χρόνων, του Ο όντος σταθερώς μικροτέρου των λοιπών γραμμάτων κατά το σχήμα. Η επιγραφή εκ τεσσάρων εξαμέτρων και άλλων τοσούτων πενταμέτρων στίχων εναλλάξ τιθεμένων συνισταμένη, αποτελεί ηρωελεγείον εις Φιλίστιον, νέαν έλκουσαν το γένος εκ του ενδόξου αίματος του Αγήνος, θυγατέρα δε Αρπαλίας και σύζυγον του Αριστάνδρου, τελευτήσασαν εν τη νεανική τριών και είκοσιν ετών ηλικία. Ηκρωτηριασμένης ούσης, ως είπομεν, της δεξιόθεν τω ορώντι κατωτάτης της στήλης γωνίας, απώλετο η τελευταία και αι δύο αμέσως προηγούμεναι βραχείαι συλλαβαί του τελευταίου δακτύλου του τετάρτου πενταμέτρου, έτι δε και η τελευταία συλλαβή του τετάρτου εξαμέτρου, εξηλείφθησαν δε αι δύο συλλαβαί του τελευταίου δακτύλου του δευτέρου εξαμέτρου και η τελευταία του τετάρτου, αλλά τούτων απασών ραδία εγένετο η συμπλήρωσις, όθεν η επιγραφή κατά την νυν γραφήν και παρωδίαν έχει, νομίζομεν, ώδε  Φιλίστ(ιον χαίρε)  Δοιαί μεν δεκάδες σε τελειοτόκων ενιαυτών  ήδη και τριτάτου κύκλος επείχεν έτευς  μισγομένας φθιμένοισι, Φιλίστιον ανίκα π(ένθος)  ματρί πολυθρήνω κάλλιπες Αρπαλία,  δώμα δ’ Αριστάνδροιο λελονχότος άκριτον αί(σαν)  και τέκεα κρυερά θήκας εν ορφανία.  Αγήνος κλυτόν αίμά σε δ’ ύστατον ύπνον ελό(ντος)  πικρός όδε ζοφερά τύμβος έδεκ(το κόνει).  Η γλώσσα του ηρωελεγείου εστί μεν η δωρική, ης εποιούντο χρήσιν οι αρχαίοι Κερκυραίοι, αλλ’ η νέα και ανειμένη, έχει δε αναμίκτους ουκ ολίγας λέξεις και τύπους προφανώς ανήκοντας εις την επικήν διάλεκτον, τουθ’ όπερ συμβαίνει και επί άλλων δωρικών εμμέτρων επιγραφών. Η πληθυντική γενική του πρώτου στίχου τελειοτόκων γίνεται από παροξυτόνου ευθείας τελειοτόκος και η μεν λέξις εθησαυρίσθη εν τη Διδοτείω εκδόσει του λεξικού του Στεφάνου, αλλ’ αμαρτύρητος και άνευ ουδεμίας ούτε του πρώτου ούτε των νεωτέρων εκδοτών παρατηρήσεως. Επιμελέστερος ο Passow παρατηρεί ως εν επιμέτρω εν λέξει τελειοτοκέω–ώ ότι και το επίθετον τελειοτόκος και το συγγενές ουσιαστικόν τελειοτοκία ερείδονται μόνον επί της παραδόσεως των λεξικογράφων. Όθεν η ύπαρξις του επιθέτου τελειοτόκος νυν πρώτον ασφαλώς βεβαιούται δια της μαρτυρίας του κερκυραϊκού ηρωελεγείου. Ουχ αύτη δε η μόνη κερκυραϊκή λέξις η ουδαμού άλλοθι απαντώσα ειμή εν κερκυραϊκαίς επιγραφαίς. Ίνα συντομίας χάριν παραλείψω ουκ ολίγας άλλας αθησαυρίστους έτι εν τοις λεξικοίς, έστω προς απόδειξιν η άγνωστος λέξις τύμος, ήτις ευρεθείσα εν αρχαιοτάτη κερκυραϊκή επιγραφή, εξελήφθη υπό του αοιδίμου Μουστοξύδου (Κερκρ. σ. 269) ως προελθούσα εκ παραδρομής του χαράκτου, παραλιπόντος το β μετά το μ, αλλ’ ύστερον απεδείχθη γνησία και συγγενής προς την ετέραν τύμβον (Πρβ. tumulus και tumba εν τη λατινική), αφού και πάλιν η αυτή ευρέθη εν ετέρα επίσης αρχαιοτάτη επιγραφή, αναγινωσκομένη επί του κιονοκράνου της επιτυμβίου στήλης του Ξενάρους της νυν κατατεθημένης εν τω Δημαρχείω. Το επίθετον τελειοτόκος έχει ενεργητικήν σημασίαν˙ όπως δε το αριστοτόκος σημαίνει τον γεννώντα άριστα τέκνα, τον πατέρα αρίστων τέκνων, ούτω και η συγγενής τελειοτόκος σημαίνει τον γεννώντα τέλεια και αρτιμελή τέκνα, περί δε του ενιαυτού λεγόμενον το αυτό τούτο επίθετον δηλοί ιδίως, εάν οι μήνες θεωρηθώσιν ως του ενιαυτού τα τέκνα, τον γεννώντα, και έχοντα επομένως τους μήνας τελείους και πλήρεις, όθεν ισοδυναμεί ενταύθα προς το επίθετον τελεόμηνον και υπομιμνήσκει τον τελεόμηνον δωδέκατον άροτον του Σοφοκλέους (Τραχ. 825). Η εν τω δευτέρω στίχω συνηρημένη ενική γενική έτευς εστί κατά τας μαρτυρίας των αρχαίων γραμματικών ει περ τις και άλλη δωρική. Βέβαιον όμως ήδη εκ των επιγραφών ότι η αρχαιοτέρα Δωρίς εφύλαττεν ασυναιρέτους τας εις εος γενικάς τας από των εις ος και ης ευθειών γενομένας. Η δε εις ευς των αυτών ονομάτων συνηρημένη γενική, απαντώσα παρά Πινδάρω και Θεοκρίτω, ήτο προ πάντων ιδία των Ροδίων, Αστυπαλαιέων και Κυρηναίων, εν ω της κοινής γλώσσης η συνήθης εις ους συναίρεσις εύρηται μεν εν δωρικαίς επιγραφαίς, αλλά χρόνων πολύ νεοτέρων. Και των τριών τούτων καταλήξεων υπάρχουσι παραδείγματα εν ταις Κερκυραϊκαίς επιγραφαίς, επειδή όμως της δευτέρας εις ευς εν και μόνον εγινώσκετο μέχρι τούδε παράδειγμα, η γεν. Σοφοκλεύς, αναγινωσκομένη επί Κερκυραϊκής επιτυμβίου στήλης παρεμφερούς προς την εσχάτως ανευρεθείσαν (Κερκυρ. σ. 315), υπενόησεν ο Αρήνσιος (Dial. Dor. σ. 215) ότι ανήκεν η στήλη ουχί εν Κερκυραίον, αλλ’ εις αλλοδαπόν άνδρα. Νυν δε παρεχούσης της νυν εκδιδομένης επιγραφής και δεύτερον τοιούτον παράδειγμα, φρούδαι εξελέγχονται του Αρηνσίου αι υπόνοιαι, δέον δε να προσγραφώσι και οι Κερκυραίοι εις τους λοιπούς Δωριείς τους χρωμένους τη εις ευς συναιρέσει, ει και εν χρόνω, ως εκ των επιγραφών εξάγεται, του Πελοποννησιακού πολέμου μεταγενεστέρω. – Το της τεθνεώσης όνομα Φιλίστιον (στιχ. 3), απαντών και εν τη Ανθολογία (V. 114) υπομιμνήσκει τα επίσης θωπευτικά εξ υπερθετικών παραγόμενα Αρίστιον και Καλλίστιον, όπερ και συντετμημένως απαντά εν άλλη κερκυραϊκή επιγραφή, Καλλίστιν (Κερκ. σ. 314). Των δε τριών άλλων αναγινωσκομένων κυρίων ονομάτων το μεν του συζύγου (στιχ. 5) εστί και άλλοθεν γνωστόν, το δε της μητρός (στιχ. 4) φαίνεται άγνωστον μη ευρισκόμενον εν τω Pape λεξικώ των κυρίως ονομάτων, το δε του πατρός (στιχ. 7) Αγήν γενική Αγήνος αναγινώσκεται και εν άλλη σπουδαιοτάτη κερκυραϊκή επιγραφή (Κερκ. σ. 237), αλλ’ άγνωστον εάν πλην του ονόματος ο ενταύθα Αγήν έχει άλλο τι κοινόν προς τον εκεί μνημονευόμενον Αγήνα. Εν στιχ. 5 το λελονχότος εγράφη αντί του λελογχότος, ως εν άλλαις επιγραφαίς Κλεονβροτος, ένκαιρος κτλ. Τέλος παρατηρητέον ότι η συμπλήρωσις του προτελευταίου στίχου έχει επίσης καλώς και δια του ελόντος δια του ελούσαν γενομένη, προυτιμήσαμεν δε την πρώτην γραφήν, διότι εν μέσω του κοινού της οικογενείας πένθους, ζωηρώς υπό των στίχων εξεικονιζομένου, η εκ των αυτών στίχων εξαγομένη του πατρός απάθεια φαίνεται άτοπος και ουκ άλλως εξηγείται ειμή δια του προηγουμένου αυτού θανάτου.</subfield>
  </datafield>
  <datafield tag="600" ind1=" " ind2=" ">
    <subfield code="a">Μουστοξύδης, Ανδρέας</subfield>
    <subfield code="d">1785-1860</subfield>
    <subfield code="c">$</subfield>
    <subfield code="q">$</subfield>
  </datafield>
  <datafield tag="650" ind1=" " ind2=" ">
    <subfield code="a">Επιγραφές</subfield>
    <subfield code="x"></subfield>
    <subfield code="y">Ελληνιστική περίοδος, 323-30 π.Χ.</subfield>
    <subfield code="z">Κέρκυρα (Νησί, Ελλάδα)</subfield>
  </datafield>
  <datafield tag="650" ind1=" " ind2=" ">
    <subfield code="a">Inscriptions</subfield>
    <subfield code="x"></subfield>
    <subfield code="y">Hellenistic period, 323-30 B.C.</subfield>
    <subfield code="z">Corfu Island (Greece)</subfield>
  </datafield>
  <datafield tag="653" ind1=" " ind2=" ">
    <subfield code="a">Ευρήματα</subfield>
  </datafield>
  <datafield tag="653" ind1=" " ind2=" ">
    <subfield code="a">Findings</subfield>
  </datafield>
  <datafield tag="786" ind1=" " ind2=" ">
    <subfield code="a">Ώρα</subfield>
    <subfield code="b"> [320]</subfield>
    <subfield code="c">Είδηση</subfield>
    <subfield code="d">24/09/1877</subfield>
    <subfield code="h">3-4</subfield>
    <subfield code="o"></subfield>
    <subfield code="s">1</subfield>
  </datafield>
  <datafield tag="786" ind1=" " ind2=" ">
    <subfield code="a">Ora</subfield>
    <subfield code="b"> [320]</subfield>
    <subfield code="c">News</subfield>
    <subfield code="d">24/09/1877</subfield>
    <subfield code="h">3-4</subfield>
    <subfield code="o"></subfield>
    <subfield code="s">1</subfield>
  </datafield>
  <datafield tag="980" ind1=" " ind2=" ">
    <subfield code="a">ArchEvents</subfield>
    <subfield code="b">Archaeological events in Greek press (1832-1932)</subfield>
  </datafield>
  <datafield tag="856" ind1="4" ind2=" ">
    <subfield code="u">http://invenio.lib.auth.gr/record/80774/files/a32593.pdf</subfield>
  </datafield>
</record>
</collection>
