a90001

Title:Οι σεισμοί της Ελλάδος και αι Αθήναι. Θ'
Earthquakes at Greece and Athens. I'
Authors:Φιλήμων, Τιμολέων Ι. [1833-1898]
Source:Εφημερίς Των Συζητήσεων, 1-2, 04/05/1894
Efimeris Ton Syzitisseon, 1-2, 04/05/1894
Keywords:Seneca, Lucius Annaeus, |d ca. 4 B.C.-65 A.D., Πολύβιος, 200-120 π.Χ., Στράβων, 66 π.Χ.-23, Daubrée, A.$1814-1896$$(Auguste)
Subjects:Related names:
Αριστοτέλης, 384-322 π.Χ.
Aristoteles, 384-322 B.C.
Related topical terms:
Ιστορία, Ελλάδα
History, Greece
Text:Εκ των περί σεισμών δοξών των Ελλήνων φιλοσόφων, ας συλλέξας παρεθέμην, εν τοις προηγουμένοις άρθροις, εξάγεται το συμπέρασμα, ότι οι Έλληνες φυσικοί την αρχήν των σεισμών απέδωκαν εις την διασκευήν των υπό την επιφάνειαν της γης μερών. Ταύτα παρεδέχθησαν, ως πεπληρωμένα ευρυτάτων κοιλωμάτων, σπηλαίων, σηράγγων, ως έχοντα ύδατος ποσότητας μεγάλας, το μεν ρεούσας, δίκην ποταμών, το δε διαμορφούσας λίμνας, εσκεπασμένας υπό γαιωδών ή βραχωδών ουρανών. Υπό την γην, εδέχθησαν προσέτι, ως υπαρχούσας πηγάς πυρός, εντεύθεν δε και ανέμων ορμάς υπογείων. Οι πλείστοι ηκολούθησαν τη θεωρία του Αριστοτέλους, ότι και ο περιβάλλων την γην αήρ, εις άνεμον μετασχηματιζόμενος, εισδύει εις τα έγκατα της γης, δια διαφόρων οπών. Εκ της σχέσεως, εις ην διατελούσι πάντα τα υπό την γην, έμφυτα ή εισερχόμενα έξωθεν, στοιχεία, προς την διασκευήν αυτής, προέρχονται οι σεισμοί και πάντα τα φαινόμενα, τα συνοδεύοντα τούτοις. Ειδικώτερον δε παρεδέχθησαν, ότι και κλονισμοί, και κραδασμοί, και διασείσεις του εδάφους γίνονται, οσάκις αν εν τοις εγκάτοις της γης συμβαίνωσι καταπτώσεις, εν τοις υπογείοις σπηλαίοις ή κοιλώμασι, κυρίως δε καταπίπτουσιν οι ουρανοί των κοιλωμάτων. Επειδή ούτοι εισιν η κρηπίς των αντιστοιχούντων αυτοίς επί της επιφανείας της γης εδαφών, επέρχεται κλονισμός ολοκλήρου του τμήματος τούτου της επιφανείας, υφ’ ο ευρίσκονται αι κοιλότητες. Κατά τους τοιούτους σεισμούς, γίνονται ή ρήγματα επί της επιφανείας του κλονηθέντος εδάφους, χάσματα (hiatus) ή ιζήματα, ήτοι καταθίσματα, υποχωρούσης της κρηπίδος, εφ’ ης έβαινον, προ της καταπτώσεως. Τα ιζήματα δε εισι μείζονα ή ελάσσονα, αναλόγως του μεγέθους του αλλοιουμένου κοιλώματος, ήτοι εφ’ όσον το από της κάτωθεν επιφανείας αυτού προς την στεγάζουσαν αυτό επιφάνειαν ύψος ήθελεν είσθαι μείζον ή έλαττον. Ούτως εξήγησαν οι Έλληνες φυσικοί την καταβύθισιν ολοκλήρων πόλεων ή και ευρυτάτων τμημάτων γης. Δεν εβράδυναν να εννοήσωσιν όμως οι Έλληνες, ότι αι καταπτώσεις αύται εισι φαινόμενα δευτερεύοντα, εισίν αποτελέσματα αιτίων άλλων. Έπρεπε να ζητηθή, τίνα τα αίτια, τα προκαλούντα ταύτας. Ως αίτια, συνεπαγόμενα τας καταπτώσεις, ώρισαν ή το ύδωρ, βαθμηδόν και κατ’ ολίγον καταβιβρώσκον τα εδάφη και διασπών την συνοχήν αυτών, όπερ εχαρακτήρισαν ειδικώτερον, ως γήρας της γης, ή τον άνεμον, εισδύοντα εις τα κοιλώματα, εν δε τη πάλη αυτού προς τον εντός των κοιλωμάτων ευρισκόμενον αέρα, αμυνόμενον υπέρ της κατοχής των μερών, εν οις ευρέθη, ή μη ευρίσκοντα διεξόδους ευκόλως, τύπτοντα και τυπτόμενον, εντεύθεν δε προκαλούντα διακλονισμόν του όλου πεδίου, εφ’ ου συγκροτείται η μάχη αύτη. Το πυρ εδέχθησαν οι Έλληνες φυσικοί επίσης, ουχί ως αμέσως δρων επί των σεισμών, αλλ’ ως αλλοιούν την ποιότητα του αέρος, καθιστών αυτόν αραιότερον, και εις αέριον μεταβαλλόμενον, αναγκαίως ζητούντα εντεύθεν διέξοδον και ελευθερίαν. Την ελευθερίαν κατακτά μεν επί τέλει ο ηραιωμένος αήρ, αλλά δια της διασχίσεως της επιφανείας της γης. Πριν ή διασχισθή, και πριν ή δοθή διέξοδος εις το αέριον, η γη, υφ’ ην το αέριον είνε κεκλεισμένον, ή προς ην ετράπη, άλλοθεν ερχόμενον, όπως εύρη διέξοδον, κλονείται. Ο Σενέκας, εν τω βαθυνουστάτω και πολυτιμοτάτω έργω αυτού, «Φυσικά Ζητήματα» (Quaestiones naturales, βιβλίον 6) λεπτομερώς ανέπτυξε την θεωρίαν της ενεργείας του πυρός εις εξήγησιν των σεισμών, ην πρώτος ο Αναξαγόρας διετύπωσε, και ην δι’ ολίγων ο Αριστοτέλης συνώψισεν, εν τοις Μετεωρολογικοίς αυτού. Το κείμενον τούτο, ως μεγίστης επιστημονικής αξίας και διδακτικώτατον, παρατίθημι ενταύθα, κατά λέξιν μεταπεφρασμένον. «Έτεροι φιλόσοφοι Έλληνες,» γράφει, «το πυρ παραδέχονται, ως αιτίαν των σεισμών, αλλ’ επίσης ομοίως δεν κρίνουσιν αυτό ενεργούν. Ο Αναξαγόρας εν τοις πρώτοις ούτω φρονεί• πιστεύει δε, ότι η αιτία, η γεννώσα τας καταιγίδας, είνε αυτή και η προκαλούσα τους σεισμούς της γης. Όταν ο άνεμος, κεκλεισμένος υπό την γην, διαρρηγνύη τον πεπυκνωμένον αέρα και εις νέφη μεταπεποιημένον, θραύει αυτά δι’ όσης βίας θραύονται τα νέφη του ουρανού. Εκ της συγκρούσεως των νεφών, εκ της καθ’ εαυτού αντιδονήσεως του αέρος, εξέρχεται αίφνης πυρ. Το πυρ τούτο, προσκρούον κατά παντός απαντώντος προ αυτού, εκζητεί διέξοδον, ανατρέπει παν κώλυμα, έως αν, συμπιεσθέν εντός στενής διόδου, ανευρίσκει διέξοδον, όπως εκφύγη εις τον ελεύθερον αέρα, ή ανοίγη τοιαύτην διέξοδον, δια της βίας και της καταστροφής. Οι άλλως εξηγούντες το φαινόμενον των σεισμών αξιούσιν, ότι τα πυρά ταύτα, εσπαρμένα εις πάμπολλα της γης μέρη, καταβιβρώσκουσι πάντα τα γειτνιάζοντα περί αυτά μέρη, και όταν τα καταβιβρωσκόμενα μέρη ταύτα πίπτωσιν, η πτώσις αυτών συμπαρασύρει παν το επ’ αυτών στηριζόμενον, εκλιπόντος παντός υποστηρίγματος εφεξής, όπως αναχαιτίση την κατάπτωσιν. Τότε ανοίγονται χάσματα χαίνοντα, ευρύτατα χιάσματα (ήτοι εν σχήματι Χ ρήγματα), ή αφού επί μακρόν χρόνον διακλονηθή, το έδαφος κατακάθηται επί των μερών, όσα απέμειναν στερεά. Τούτο βλέπομεν και εν ταις ημετέραις πόλεσι, κατά πυρκαϊάς. Όταν το πυρ καταλάβη οικίαν τινά, των δοκών απανθρακωθεισών και των υποστηριγμάτων της οροφής υπό του πυρός καταλυθέντων, η στέγη καταπίπτει, αφού, επί χρόνον υποτρέμουσα, ταλαντευθή. Ο κλονισμός ούτος, οι κυματισμοί, δεν παύουσι πριν ή εύρωσιν έδαφος στερεόν.» «Ο Αναξιμένης,» κατά τον αυτόν Σενέκαν, «εν τη γη αυτή ανευρίσκει την αιτίαν των σεισμών. Κατ’ αυτόν, η γη ουδεμίαν έξωθεν λαμβάνει πρόωσιν. Εντός των κόλπων αυτής, πίπτουσι τμήματα, απ’ αυτής ανασπώμενα, είτε διότι τα ύδατα διέλυσαν ταύτα, είτε διότι το πυρ τα κατέθραυσεν, είτε διότι πνοή τις βιαία ανέμου συνήρπασεν. Αλλ’ εκτός των τριών αιτίων τούτων, δεν ελλείπουσιν αιτίαι εσωτερικής διασπάσεως και καταστροφής. Το παν συν τω χρόνω καταρρέει, ουδέν δε κατά του γήρατος αντέχει ασφαλώς. Το γήρας καταναλίσκει αυτά τα στερεώτατα και τα ισχυρότατα των πραγμάτων. Όθεν, καθώς εν τοις πεπαλαιωμένοις κτιρίοις, εισί μέρη πίπτοντα, και άνευ τιναγμού, όταν η δύναμις μη επαρκή προς το βάρος αυτών, επίσης εν τω παγκοσμίω σώματι της γης ημών συμβαίνει, μέρη αυτού εκ της παλαιότητος να διαλύωνται, διαλυόμενα δε να πίπτωσι, και να συνεπιφέρωσι κραδασμόν της υπερκειμένης αυτών γης. Το κατ’ αρχάς μεν αποσπώμενα, (διότι ουδέν σώμα σημαντικόν πως αποσπάται ετέρου, χωρίς να διασεισθή το σώμα τούτο αφ’ ου αποσπάται), είτα δε διότι, όταν καταρρέωσι προσκρούοντα κατά του στερεού εδάφους, αναπηδώσι πάλιν οπίσω (αποπάλλονται), δίκην σφαίρας ανασκιρτώσης, αφού καταπέση, και συγχρόνως εις το έδαφος μεταδίδουσι νέον κλονισμόν. Εάν δε τα μέρη ταύτα, τα εκ του μεγάλου όγκου αποσπώμενα, πίπτωσιν εις ύδατα λιμνάζοντα, η πτώσις αυτών διασείει τα γείτονα μέρη, δια του σάλου, ον συνεπιφέρει αίφνης και εις ευρείαν έκτασιν εις τα ύδατα όγκος βαρύς, αφ’ υψηλού εις ταύτα καταπίπτων.» «Τινές έλληνες φιλόσοφοι,» εξακολουθεί ο Σενέκας, «εις το πυρ μεν αποδίδουσι τον κραδασμόν της γης, αλλ’ άλλως εξηγούσι την ενέργειαν αυτού. Το πυρ, εν πλείστοις μέρεσιν, εις μέγαν βαθμόν ζέον, εκβάλλει αναγκαίως μεγάλην ποσότητα ατμού. Ο ατμός ούτος, μη έχων διέξοδον, δια της βίας αυτού διαστέλλει τον άνεμον, τον υπό την γην, και αν πεισματωδέστερον επιμείνη, καταρρίπτει τα προσπίπτοντα αυτώ κοιλώματα. Εάν όμως ο ατμός ήνε ήττον ορμητικός, ουδέν πλέον συνεπάγεται ή κραδασμόν της γης. Βλέπομεν το ύδωρ κοχλάζον, άμα θερμαινόμενον υπό του πυρός. Ό,τι εν τω περικεκλεισμένω τούτω και εστενοχωρημένω ύδατι γίνεται, έτι μείζον οφείλομεν να πιστεύσωμεν γινόμενον, όταν βίαιος και πολύς θερμός άνεμος εξεγείρη τα ύδατα. Εν τοιαύτη περιπτώσει εξατμίσεως των κατακλυζόντων υδάτων, ο ατμός διασείει παν μέρος, καθ’ ου ήθελε προσκρούσει.» «Αλλά τον αέρα,» προστίθησιν ο Σενέκας, «ως κινούντα την γην, παραδέχονται οι πλείστοι και μέγιστοι των συγγραφέων της Ελλάδος.» Ενταύθα εκτίθησι την προ τούτου γνώμην του Αρχελάου, ην ανέπτυξαν βραδύτερον ο Αριστοτέλης και ο μαθητής αυτού Θεόφραστος. Περί τούτου ήδη ερρήθησαν τα δέοντα, εν τοις πρόσθεν. Ο Πολύβιος, (Ιστοριών λδ΄. κεφ. 11 § 19) ιδιαιτέρως παρατηρεί, ότι εν ταις Λιπάραις νήσοις, ταις και άλλως του Αιόλου ή Αιολίαις καλουμέναις, όταν οι κρατήρες αυτών δεν εκβάλλωσι φλόγας ή καπνόν, προσημαίνεται σεισμός. Και οι τον σεισμόν προλέγοντες δεν διαψεύδονται. Ο Στράβων, περιγράφων της Μικράς Ασίας τα σεισμοπαθή μέρη, τον διαρκή σχεδόν κλονισμόν αυτών αποδίδει εις την διασκευήν της χώρας και εις την ενέργειαν του ύδατος, του πυρός και των ανέμων. «Της πόλεως Λαοδικείας,» γράφει, «υπέρκειται το όρος Κάδμος, εξ ου και ο ποταμός Λύκος εκρέει, και έτερος ομώνυμος τω όρει, Κάδμος ονομαζόμενος. Ο δεύτερος ποταμός ούτος, υπό την γην ρέων, ανακύπτει και συμπίπτει προς άλλους εκεί ρέοντας ποταμούς. Η τοιαύτη υπό την γην ροή του ποταμού τούτου εμφαίνει συγχρόνως και το πολύτρητον της χώρας και το εύσειστον. Και αληθώς, είπερ τις και άλλη, και η Λαοδίκεια είνε εύσειστος και της πλησιοχώρου χώρας το πλείστον.» (Στρ. 12, 6. § 16). «Σχεδόν τι εύσειστος», προστίθησιν ο Στράβων, «είνε και πάσα η περί τον Μαίανδρον χώρα• διότι υπ’ αυτήν υπάρχουσι πυρός και ύδατος ροαί μέχρι των μεσογείων μερών. Πάσα η χώρα, η αρχομένη από των πεδίων και χωρούσα μέχρι των Χαρ[ω]νείων, της Ιεραπόλεως, των Αχράκων της Νυσαΐδος και των περί την Μαγνησίαν και την Μυούντα μερών, είνε οιονεί εκλελυμένη υπό του πυρός (διατέτακε). Η γη του μέρους τούτου είνε εντεύθεν εύθρυπτος, (ευκόλως δηλαδή ως αραιά τριβομένη) και ψαθυρά (ήτοι σαθρά), πλήρης αλμυρίδων (αλατωδών εδαφών) και ευεκπύρωτος (ήτοι ευκόλως θερμαινομένη). Ένεκα τούτου δε και ο Μαίανδρος είνε σκολιός την ροήν˙ διότι το ύδωρ αυτού λαμβάνει πολλάς μεταπτώσεις. Ο ποταμός δ’ ούτος και πολύ χώμα συμπαρασύρων, αποτίθησι τούτο εις διάφορα του αιγιαλού μέρη, εκτείνων ταύτα προς το πέλαγος. Ούτω και την πόλιν Πριήνην, επιθαλάσσιον πρότερον ούσαν, αι τοιαύται προσχώσεις μετέβαλον εις μεσόγαιον. Σήμερον κείται αύτη τεσσαράκοντα στάδια, μακράν του αιγιαλού.» (Στρ. 12, 6. § 17). Κατακεκαυμένη δε χώρα εκαλείτο, ως σημειοί ο αυτός φυσιοδίφης Γεωγράφος, η χώρα, «ην κατέχουσιν οι Λυδοί και οι Μυσοί, ήτοι η αρχαία Λυδία και η Μυσία. Ωνομάσθη δε ούτως αύτη, ένεκα των αυτών τυχημάτων. Η Φιλαδέλφεια και η προς αυτή πόλις ουδέ τους τοίχους έχει πιστούς, αλλά καθ’ ημέραν τρόπον τινά σαλεύονται και διίστανται. Και εκ των άλλων δε πόλεων των μερών τούτων, η Απάμεια εσείσθη πολλάκις, και επί Μιθριδάτου ανετράπη, και επί των χρόνων έτι του Αλεξάνδρου. Τα περί του όρους Σιπύλου δε λεγόμενα και της ανατροπής της ομωνύμου πόλεως, δεν είνε μυθεύματα, αλλά γεγονότα βέβαια. Την παρακειμένην τω όρει Μαγνησίαν κατέβαλον σεισμοί, ότε και αι Σάρδεις και εκ των άλλων αι επιφανέσταται της Μικράς Ασίας πόλεις κατά πολλά μέρη εβλάβησαν, και αι Τράλλεις, ένθα κατέπεσε το Γυμνάσιον και άλλα οικοδομήματα αυτών.» (Στρ. 12. 6. § 18). Ο Στράβων, εν τέλει, μνημονεύει και του Ξάνθου, γράψαντος πόνημα περί της Λυδίας, εν ω ιστορεί, ότι «μεγάλαι μεταβολαί κατέσχον πολλάκις την χώραν ταύτην». Τα μυθευόμενα πάθη του Τυφώνος, και τα των Αρίμων, έθνους μυθικού, ο Στράβων εξηγεί ως αναφερόμενα εις φυσικά φαινόμενα, πηγήν έχοντα την κατασκευήν του εδάφους. Άπασα η χώρα, η μεταξύ Μαιάνδρου και Λυδίας, προστίθησι, τοιαύτα υφίσταται δυστυχήματα εδαφικών κλονισμών και αλλοιώσεων, «και δια το πλήθος των λιμνών και ποταμών,» αλλά «και δια τους πολλαχού κευθμώνας της γης», ήτοι τα υπόγεια σπήλαια και κοιλώματα. (Στρ. 12, 6 § 19). Τα προηγουμένως και τα σήμερον παρεντιθέντα κείμενα επαρκώς βεβαιούσιν, ότι οι Έλληνες, ως κυριωτάτην αρχήν των σεισμικών φαινομένων εδέχθησαν την διασκευήν της υπό την επιφάνειαν γης, τας κοιλότητας προ πάντων ταύτης, το υπό την γην ρέον ύδωρ, τον άνεμον και το πυρ. Αλλ’ οι Έλληνες κατέληξαν και εις το ουχ ήττον ριζικόν συμπέρασμα, ότι οι σεισμοί εισι τοπικά όλως φαινόμενα, ουχί γενικά, δεν αφορώσιν εις γενικήν συντάραξιν της γης. Εάν δε οι κραδασμοί αισθητοί πολλάκις γίνωνται και εις απομεμακρυσμένα της κυρίας διακλονήσεως σημεία, τούτο συμβαίνει εκ συμπαθείας, ένεκα της ελαστικότητος της ύλης, εξ ης συνέστηκεν η γη. Τα άλλα συμπεράσματα της ελληνικής επιστήμης αφορώσιν, ως είδεν ο αναγνώστης, εις λεπτομερείας περί των σεισμών και σεισμικών φαινομένων, ας τινας περιττόν κρίνω να επαναλάβω. Ερωτώ ήδη, τίνα προσέθεντο οι νεώτεροι παρατηρηταί συμπερασματικώτερα, εις εξήγησιν των σεισμικών φαινομένων; Οι πλείστοι περιωρίσθησαν εις την επανάληψιν των εξηγήσεων, ας έδωκαν οι αρχαίοι Έλληνες, εάν δε τινες απετόλμησαν νέας θεωρίας, αύται απερρίφθησαν και κατεδικάσθησαν. Ο Mallet και ο Scrope εξήγησαν τους μεθ’ ηφαιστείων φαινομένων συνοδευομένους σεισμούς, δια της αναπτύξεως των αερίων, των σχηματιζομένων εκ της μέχρι της πεπυρακτωμένης ύλης διεισδύσεως ύδατος. Κυριώτερων δε εις τας υποβρυχίους εν τω πυθμένι των θαλασσών εκρήξεις ηφαιστείων, αίτινες ανοίγουσαι μεγάλα χάσματα, σχηματίζουσιν ούτω διεισδύσεις των υδάτων μέχρι του πεπυρακτωμένου μέρους της γης. Τους μη συνδεομένους μετά της υπάρξεως φανερώς ηφαιστείων φαινομένων σεισμούς, ο Boussingault, ο Ουμβόλδ, ο Hopkins, o Volger, o Condeuons, απέδωκαν εις την εσωτερικήν διασκευήν των υπό τα σειόμενα εδάφη μερών, και εις την εν αυτοίς ύπαρξιν μεγάλων κοιλοτήτων ή κολοσσιαίων σπηλαίων, καταπιπτόντων. Ο Daubrée, καίτοι παραδεχόμενος την γνώμην του Boussingault, ως εξηγούσαν εν τισι περιπτώσεσι τους σεισμικούς κλονισμούς, την γενικήν αιτίαν αυτών ανευρίσκει εις την έκτακτον έντασιν, ην ο εκ του ύδατος ατμός αποκτά, όταν σχηματίζηται ο ατμός ούτος εις βάθη, ένθα η θερμοκρασία υψούται εις βαθμόν ίσον τω της λάβας. Φρονεί δε, ότι το ύδωρ εισδύει μέχρι των μερών τούτων της γης, είτε δια των χασμάτων, των διαπερώντων τους βράχους, είτε δι’ απορροφήσεως υπό των πορωδών μερών της γης. Εν τη ταχεία κινήσει των εκ της εξατμίσεως των υπογείων υδάτων σχηματιζομένων αερίων, ή αίφνης διαστελλομένων, ο επιφανής γεωλόγος Daubrée ευρίσκει των σεισμών την εξήγησιν. Ούτως δεν διακρίνει τους σεισμούς εις ηφαιστειογενείς και μη. Ο Fuchs παραδέχεται την διάκρισιν των δύο ειδών των σεισμών. Εις την ενέργειαν των υδάτων, καταβιβρωσκόντων τους υπογείους βράχους, δι’ ων ρέουσι, και εις τα σχηματιζόμενα κενά μεταξύ των διαφόρων στρωμάτων, και μη δυνάμενα πλέον να φέρωσι τα υπερκείμενα στρώματα, και αναγκαίως καταπίπτοντα, αποδίδει τους μη φανερώς δια της ενεργείας του πυρός γενομένους σεισμούς. Περιορίζεται εντεύθεν υποδεικνύων αιτίας, όλως μηχανικάς. Τίνας των εξηγήσεων τούτων δεν έδωκαν και οι αρχαίοι Έλληνες, αναπτύξαντες ευρέως και δια παραδειγμάτων πειραθέντες να στηρίξωσιν αυτάς; Μία μόνη θεωρία φαίνεται, νεωτερίζουσα, η αποδούσα τους κλονισμούς της γης, εις την επίδρασιν της έλξεως της Σελήνης επί την εν τω κέντρω της γης συσσωρευμένην εν υγρά καταστάσει πεπυρακτωμένην ύλην. Ως επί των θαλασσίων υδάτων προκαλεί η Σελήνη τας αμπώτεις και τας πλημμυρίδας, ούτω και επί της ρευστής ύλης, την εντός του κέντρου της γης, επιδρώσα, διασείει τον φλοιόν της σφαίρας. Την γνώμην ταύτην υπεστήριξεν ο Amperre εκθύμως, αλλ’ απέκρουσαν οι πλείστοι, κυριώτερον δε ο Hopkins και ο Mallet. Η επενέργεια αύτη της Σελήνης εκρίθη ως ασήμαντος, αφού η διαφορά της επιφανείας της θαλάσσης ουδέποτε είνε μείζων δεκατεσσάρων δακτύλων. Ούτως η καινοφανής ιδέα αύτη δεν επέζησεν. Εκ της μακράς μεν, αλλά βεβαίως μη τελείας, διότι και τινα παρελείφθησαν, απομνημονεύσεως των περί σεισμών θεωριών των αρχαίων Ελλήνων, ας αντέγραψαν οι Ρωμαίοι, και της υπομνήσεως των κατά τους νεωτέρους χρόνους διατυπωθεισών δοξασιών, βεβαιούται, ότι ουδέν νεώτερον εις την εξήγησιν του φοβερού φαινομένου επενόησαν οι νεώτεροι. Έν μόνον έπραξαν οι νεώτεροι, να αποδείξωσι, δια παρατηρήσεων, εφ’ όλης της υδρογείου γενομένων και δι’ οργάνων παρατηρητικών αληθώς τελείων, ότι οι αρχαίοι Έλληνες έδωκαν πάσας τας δυνατάς περί των σεισμικών φαινομένων εξηγήσεις, ουδέν δε οριστικώς συστηματικώτερον ανεύρεν ή διετύπωσεν ανεξέλεγκτον η νεωτέρα επιστήμη. Εάν δε τις επικρατή, σήμερον, γνώμη, είνε αύτη, ότι τα σεισμικά φαινόμενα εισί τοπικά εν γένει, συνδεόμενα προς την κατασκευήν των μερών των διαφόρων χωρών. Αλλά μήπως η γνώμη αύτη, δεν είνε αυτή, ην οι Έλληνες πρώτοι διετύπωσαν; Μοι φαίνεται, ότι κρείσσον δεν δύναμαι να περατώσω την ήδη ίσως υπέρ το μέτρον δι’ εφημερίδα εκταθείσαν μελέτην ταύτην, ή παρατιθέμενος την ωραίαν και βαθύνοα κρίσιν του Σενέκα, περί των υπό των αρχαίων παρασχεθεισών υπηρεσιών εις την εξήγησιν των σεισμικών φαινομένων, και περί της φύσεως, εν γένει, των εξηγήσεων τούτων. «Προ παντός,» γράφει ο επιφανής της Ρώμης, αλλ’ ελληνίζων φιλόσοφος, «οφείλω να ομολογήσω, ότι αι αρχαιότεραι γνώμαι εισίν ου πάνυ ακριβείς, μάλλον δ’ ακατέργαστοι. Αι γνώμαι αύται, ωσεί επλανώντο περί το αληθές. Κατά πρώτον πειρωμένων των αρχαίων ερεύνας, όλως νέα ήσαν αυτοίς τα πάντα. Ακολούθως αι ακατέργαστοι ιδέαι απερρινήθησαν, και εάντι εξευρέθη παρ΄ημίν νέον, ουχ ήττον εις αυτούς δέον ν’ ανενεχθή η τιμή της εφευρέσεως. Ίδιον της μεγάλης ψυχής αυτών υπήρξεν, ότι εισέδυσαν εις των πραγμάτων της φύσεως τας κεκρυμμένας φωλεάς, και, μη αρκούμενοι εις την θεωρίαν της εξωτερικής διαπλάσεως, εβάθυναν εις ταύτας και κατέβησαν εις τα μυστήρια της θεότητος. Τα μέγιστα εις τας ερεύνας συντελεί η ελπίς του δυνατού της κατορθώσεως αυτών. Ούτως τους Αρχαίους οφείλομεν να κρίνωμεν επιεικώς˙ διότι ουδέν εν τω κόσμω πλήρες κατορθούται, άμα αρχόμενον. Και η αρχή αύτη εν παντί αληθεύει, ουχί περί μόνης της περί σεισμών υποθέσεως, άλλως τε μεγίστης και ασαφεστάτης, περί ης, μεθ’ όσα και αν ερευνηθώσι και διευκρινηθώσι, πας επερχόμενος αιών θέλει έχει ν’ ανερευνήση ανεκμεταλλεύτους έτι απορίας.»
Full Text:Fulltext: PDF


 Record created 2010-12-13, last modified 2015-11-06


Fulltext:
Download fulltext
PDF File